Το ελαφρό τραγούδι (μέρος 3ο)

Μιχάλης Σουγιούλ ► (Αϊδίνι 1906 - Αθήνα 1958)

            Διακεκριμένος και δημοφιλέστατος συνθέτης ελαφράς μουσικής, από τους πιο ταλαντούχους της γενιάς του
(«Είμαστε όλοι μαθητές του Σουγιούλ» είπε κάποτε ο Μ. Θεοδωράκης...).

Καταγόταν από εύπορη οικογένεια δερματεμπόρων. Ήρθε οικογενειακώς στην Ελλάδα το 1920. Πήρε τα πρώτα μουσικά μαθήματα από την αδελφή του και έκανε ορισμένα μαθήματα θεωρητικών με τον Μ. Βάρβογλη, όμως σε γενικές γραμμές δέον να θεωρείται ως αυτοδίδακτος.

Έπαιζε ακκορντεόν και με την παρέα του (που τη μετασχημάτισε σε ορχήστρα!) άρχισε μετά το 1925 να εμφανίζεται σε ταβέρνες, «βαριετέ» («Όαση» Ζαππείου, «Αλκαζάρ» του Λάσκου, κ.λπ.) και κοσμικά Κέντρα («Κομπαρσίτα», «Πεταλούδα» --στο οποίο συμμετείχε και ως επιχειρηματίας κ.λπ.).

 Στη δεκαετία του 1930 μετέσχε και στην Ορχ. του Εντ. Μπιάνκο, παίζοντας μπαντονεόν.

Πολυγραφότατος, συνέθεσε τη μουσική 45 επιθεωρήσεων («Γαλάζιος Ουρανός», «Άνθρωποι, Άνθρωποι»: 1948, κ.λπ.) και πολλών κινηματογραφικών ταινιών («Εκείνες που δεν πρέπει ν’ αγαπούν» 1951 --με το περίφημο τραγούδι του «Άστα τα μαλλάκια σου», «Σάντα Τσικίτα» (1953), «Το Σωφεράκι» (1953), «Θανασάκης ο πολιτευόμενος» (1954), «Εισπρακτοράκι» (1958), «Γλέντι, λεφτά κι αγάπη» (1955, με τον Γ. Μητσάκη).

Επίσης κατέλιπε περί τα 200 ελαφρά τραγούδια, που ερμηνεύτηκαν από μεγάλα «ονόματα» της εποχής (τη Σ. Βέμπο, που το 1943 πρωτοηχογράφησε τραγούδι του: «Κάτι με τραβά κοντά σου», κ.ά.) και τα περισσότερα έγιναν πανελλήνια "σουξέ".

 Λένε ότι έγραφε μουσική με ταχύτητα αντιγραφέα, για να μπορεί να προλάβει τις καλλιτεχνικές του υποχρεώσεις. Μειλίχιος, ευγενής και εργατικότατος, τα μεν βράδυα έπαιζε ακκορντεόν (ώς το πρωΐ) στα κοσμικά αθηναϊκά κέντρα, τα δε πρωινά αγωνιζόταν να προλάβει τα πάντα...(θέατρα, κινηματογράφους, ραδιόφωνο, δισκογραφία). Επίσης, άφησε εποχή με τις γαστριμαργικές του επιδόσεις!
Πέθανε στις 16 Οκτωβρίου του 1958 (από δεύτερο εγκεφαλικό επεισόδιο) την ημέρα των προγραμματισμένων εγκαινίων του Κέντρου του «Πεταλούδα».

Παραθέτουμε τα γνωστότερα τραγούδια του:
  "Φεύγει ο χρόνος, κυλά" (1933)
    "Κάτι με τραβάει κοντά σου" (1937)
    "Zεχρά" (1938, κατόπιν στον ίδιο σκοπό το εθνεγερτικό: "Παιδιά της Ελλάδος παιδιά")
    "Για ’μάς κελαϊδούν τα πουλιά" (1939)
    "Η ζήλεια του κόσμου» (1939) "Ας ερχόσουν για λίγο"
    "Αυτά τα μάτια κάπου τά ’χω ξαναδεί"
    "Μπιρμπίλω" (1948)
    "Αν δεν είχα κι εσένα τί θα γινόμουνα" (1949)
    "Μπέμπα"
    "Θα καθόμουνα πλάι σου"
    "Βρε Μανώλη Τραμπαρίφα" ("Το κορίτσι θέλει θάλασσα", 1951)
    "Το τραγούδι που σού ’γραφα" (1951)
    "Πάμε μια βόλτα στο Φαληράκι"
    "Του Γιάννου η φλογέρα» (1952)
    "Ο μήνας έχει εννιά" (1953)
    "Γιατί πιο πριν να μη σ’ έχω γνωρίσει" (1953)
    "Αθήνα και πάλι Αθήνα" (1953)
    "Έλα να νυχτομπερμπαντέψουμε" (1955, με Τ. Μωράκη)
    "Λίγες καρδιές σ' αγαπούνε"
      "Απόψε μελαγχόλησα"
    "Μας χωρίζει ο πόλεμος"
    "Δεν θέλω"
    "Ο κόσμος έγινε για μας" (1955, με Τ. Μωράκη]]]])
    "Η ώρα ειναι τρεισήμισι"
    "Θά ’θελα λίγο πριν πεθάνω"
    "Το μικρό το μουράγιο"
    "Το χαστούκι» (1958)
Το μεγαλύτερο ποσοστό των "σουξέ" του Σουγιούλ προέρχεται από την επιθεώρηση. Έκανε επίσης πλήθος διασκευές από παλιές καντάδες, όπως το:
"Ας χαμηλώναν τα βουνά" («Γιαλο-γιαλό πηγαίναμε»)
    "Μίαν μόνην ποθώ και λατρεύω"
    "Μου παρήγγειλε τ’ αηδόνι", κ.λπ.

Μιχάλης Σουγιούλ

Ο Σουγιούλ με κάποιο φίλο του

Καθιστός ο Μιχάλης Σουγιούλ, όρθιος ο Αλέκος Σακελλάριος

Μ. Σουγούλ  "Αγάπη μου για σένα" Εξώφυλλο

Μ. Σουγούλ  "Αγάπη μου για σένα" Πρώτη σελίδα



Μίμης Κατριβάνος ► (Αθήνα 1906 - 1972)

          Δημοφιλέστατος συνθέτης οπερετών και τραγουδοποιός της προπολεμικής γενιάς. Παρότι το μεγαλύτερο μέρος του έργου του είναι "επιθεωρησιακής υφής", έγραψε στα 35 χρόνια της καριέρας του και αρκετές επιτυχημένες οπερέτες (πάνω από 20). Διετέλεσε μέλος της ΕΕΜ.

Οι κορυφαίες επιτυχίες του (οπερέτες και επιθεωρήσεις) ήταν (εκτός από τις δημοφιλέστατες "Πεταλούδα" (ή «Άμυαλες κουκλίτσες»), «Τιριτόμπα» και "Φρου-φρου") τα "Αλλόκοτα Κορίτσια" (με λιμπρετίστα τον Χρ. Γιαννακόπουλο), τα "Άνθη Λεμονιάς" (διασκευή του Τάκη Συρράκου από το "6ο Πάτωμα"), το "Άνθος του Γιαλού" (λιμπρέτο Τάκη Οικονομίδη), η "Καμπάνα" (σε λιμπρέτο Γιάννη Στυλιανόπουλου με συνεργασία Μεταξά), "O Kος Γυναικολόγος" (σε διασκευή του Συρράκου), «Λιζέττα», «Ο τυχερός αλήτης», «Η Δις θεία μου», «Πεισματάρα» (1932, Θέατρον «Δελφοί», Θίασος Ν. Μηλιάδη), «Γύριζε Μαρίτσα» (1932), η "Παιχνιδιάρα" (πρωτοπαίχτηκε στις 15.1.1933 στο Θέατρο «Κεντρικόν», από τον Θίασο Κούλας Γκιουζέππε-Ιωάννη Ιατρού), το "Πι και Φι" (των Αντώνη Κοσματόπουλου-Γιάννη Μπέρτσου), «Νέα κατεργάρα» (1933), "H Σαλονικιά", "3 Έλληνες στην Αλάσκα", «Το Διαβολοκόριτσο» (του Γιώργου Ολύμπιου), "Η Μεξικάνα", «Πρώτο Πράμμα» (1935), "Η Καμάρα", "Το Καλοκαιράκι" (Ευαγγελίδη), η "Ζαχαρίνη", το "Πραξίς τράβα το κορδόνι", η "Ζηλιάρα", "H επιστροφή του Κυριακού" (σε συνεργασία με τον Π. Κυριακό), η «Πολυγαμία» (διασκευή από το ομώνυμο έργο του Ξενόπουλου), το περίφημο «Φιντανάκι», «Ο μοσχόμαγκας της Αθήνας» (κείμενο Ζάχου Θάνου), «Άντρες, άντρες» (ή «Άντρες-γυναίκες»), «Η ωραία του Πέραν» (του Τυμφρηστού σε διασκευή Δ. Γιαννουκάκη), «Γυναίκα-διάβολος», «Η κουκαράτσα» (1937), «Η μαζούρκα», «Η Τρόικα», «Ο Κος υφυπουργός», «Κορίτσι με τα ούλα του», «Τάγκο Νοτούρνο», «Πάτσι και πόστα» (1939), «3 αλλόκοτα κορίτσια» (1940), «Άμυαλο κορίτσι» (1940), «Σεβιλλιάνα», «Μοντέρνος Καζανόβας», «Πειραιώτικες τρέλες», «Οι πειραταί της Σαββάης», «Ο καπετάν-Μπόρας», «Χρυσές γάμπες», κ.λπ. Το 1947 έγραψε μουσική για την ταινία «Παιδιά της Αθήνας» (σε σκηνοθεσία Τάκη Μπακόπουλου).

Ήταν επίσης κατεξοχήν συνθέτης "κρασοτράγουδων". Ο Πωλ Νορ του είχε αποδώσει το ψευδώνυμο "Κατρ-Βεν"(!), δηλαδή "τετράκρασος" (Κ. Μυλωνάς).

Έγραψε αρκετά επιτυχημένα τραγούδια, όπως: "Σαν πιω κρασί" (σε στίχους δικούς του), "Έλα μια νύχτα ν' αλητέψουμε", «Ίρμα», "Αν ξαναγύριζες στην αγκαλιά μου" (1935), "Γαμπίτσα...αφράτη και ροζέ", «Δεν σε πιστεύω», "Μαύρα είν' τα μάτια π' αγαπώ", "Τέτοια γυναίκα", "Τιριτόμπα", "Παράξενα μάτια", "Λουλού", "Ένα ποτήρι κρασί", "Τώρα βρέξε όσο θες", "Κάθε βράδυ πίνω", "Γύριζε Μαρίτσα", «Οι γυναίκες λένε ψέμματα», «Πουλιά και λουλούδια», "Καίτη", "Τέτοια ομορφιά", "Γειτόνισσά μου", "Κόκκινο χειλάκι", "Αχ γυναίκα", "Λατέρνα" ("Ρε καινούργια χρόνια"), "Kι αν πρέπει να χωρίσουμε", «Ξέρεις γιατί με λένε μεθυσμένο», "Ντίνα", "Γελάστηκες", "Το τραγούδι της Χαβανέζας", "Πωλέτα" (1932), "Θα πουλήσω τη γουρούνα", «Στο ντιβάνι», «Αν δεν τό ’πινα», κ.λπ.

 Όμως το τραγούδι που τον έκανε διεθνώς γνωστό είναι το θρυλικό "Δυο πράσινα μάτια" (1945) σε στίχους Κ. Κιούση. Το εκφραστικότατο αυτό τραγούδι αγαπήθηκε απ' όλους τους Έλληνες (αλλά και από τους ξένους) και παίχτηκε από πολλές διάσημες ευρωπαϊκές και αμερικανικές ορχήστρες ποικίλου ρεπερτορίου.

Ο Μίμης Κατριβάνος και η Άννα Καλουτά

"Εσύ σαι κόμματος"  Εξώφυλλο

"Εσύ σαι κόμματος"   Παρτιτούρα



 (Valse του 1945 σε μουσική Μίμη Κατριβάνου και στίχους Κώστα Κιούση. Εγράφη για την Άννα Καλουτά. Ο στιχουργός το έγραψε ένα απόγευμα στο γήπεδο του Παναθηναϊκού πίσω από το πακέτο των τσιγάρων του συνθέτη. Επροτάθη στην Στέλλα Γκρέκα να το τραγουδήση, αλλά δεν δέχθηκε διότι θεώρησε τον στίχο "σαχλό" αφού τότε δεν υπήρχαν γυναίκες με μπλε βλεφαρίδες! Λέγεται πως το τραγούδι γράφτηκε για την Άννα Καλουτά)

Ο Πάνος Χατζηκουτσέλης μου έδωσε την πολύτιμη πληροφορία, ότι, έχει εκτελεσθεί και στα αγγλικά με τίτλο "The story of Tina" από τον Ronnie Harris (1954 ) και αναφέρεται στην Τίνα Νιάρχου  μετέπειτα Ωνάση.



Χρήστος Χαιρόπουλος ► (Αθήνα 1909 - 1992)

          Δημοσιογράφος, συγγραφέας, ποιητής και περιώνυμος συνθέτης-τραγουδοποιός της ελαφράς μουσικής (γνωστός και με το χαϊδευτικό «Λαλάκης»).

 Ήταν εγγονός του σχολάρχη Χριστόδουλου Χαιρόπουλου από την Καστοριά (που παντρεύτηκε την Πετρούλα Μωραϊτίνη, αδελφή του Γεωργίου Μωραϊτίνη, πατέρα του Τίμου Μωραϊτίνη), γιος του δημοσιογράφου και βουλευτή «Νέων Χωρών»: Καστοριάς-Φλώρινας Κωστή Χαιρόπουλου (που εξέδιδε τη μαχητική πολιτική εφημερίδα "Χρόνος") και ανιψιός του Αλέκου Χαιρόπουλου (που διετέλεσε διοικητής Σάμου γύρω στο 1921).
Έκανε μαθήματα πιάνου με τη Σοφία Κασσελίδου (μόνο για 6 μήνες!) και μαθήματα θεωρητικών με τον Μ. Βάρβογλη (που ήταν οικογενειακός φίλος). Σπούδασε επίσης νομικά, χωρίς ποτέ να ασχοληθεί με αυτά (γιατί, μόλις προσ-λήφθηκε «μετά πολλών επαίνων» σε τράπεζα, διαπίστωσε ότι έπρεπε να χτυπάει «κάρτα», απαρνούμενος τη «νυχτερινή ζωή»).

Έγραψε πλήθος έργων για το ελαφρό θέα-τρο, μόνος του (ή με τη συνεργασία των Σπύρου Μελά, Δημ. Γιαννουκάκη,[[Γιαννακόπουλος_Χρήστος|Χρ. Γιαννακόπουλου]], Αλ. Σακελλάριου, Δημ. Ευαγγελίδη, Παν. Παπαδούκα, Δημ. Χρονόπουλου, κ.ά.) όπως η πρώτη του επιθεώρηση "Ντόπιο Πράμα" (1926, Θίασος Αλ. Γονίδη
Στις κατοπινές οπερέτες του: "Ντόλυ...αν μ' αγαπούσες" (Θίασος Ζ. Νταλμάς-Ν. Μηλιάδη, 1928), "Γυναίκες...Γυναίκες" (συνεργασία Χρ. Γιαννακόπουλου, Θίασος Δράμαλη-Χαντά, 1931), "Βασιλοπούλα της Πλάκας" (1932, Θίασος Αρντάτωφ, με πρωταγωνίστρια τη Ν. Φιλοσόφου), "Μοδιστρούλες της Αθήνας" (Θίασος Α. Μακέδου, με πρωταγωνιστές την Η. Χαντά και τον Μ. Κοφινιώτη, 1932), "Όνειρο ήταν και πάει" (λιμπρέτο και μουσική, Θίασος Ο. Ριτσιάρδη-Πρινέα, 1932), "Νερατζούλα", «Το λαχείο 49.830» (σε κείμενα Δ. Γιαννουκάκη), "Τα Σπουργίτια", "Σκάνδαλο στο Γκραν Παλλάς" (Θίασος Η. Χαντά-Π. Οικονόμου), "Ένα χρόνο χωρίς γυναίκα..." (Θίασος Χαντά-Οικονόμου, 1934), «Το σεξ-απήλ» (1934), "Ένα ποτήρι σαμπάνια" (με τη Ζ. Βλαχοπούλου --που τότε έκανε "ντεμπούτο"-- και τον τενόρο Τέλη Οικονομόπουλο, Θίασος: Δράμαλη-Κρεββατά, 1934), "Το Ρόδον του Ισπαχάν" (θίασος Αλίκης Μουσούρη-Νέζερ, 1935), "Η Κυρία με τα ελαττώματα" (1936, Θίασος Κ. Μαυρέα-Ρίτας Δ. Δημητρίου), "Οι Μποέμ της Αθήνας" (Θίασος Μακέδου, με πρωταγωνίστρια τη Ζ. Μπριλάντη, 1935), "Ταξίδι στο Αλγέρι" (1936), "Σκάνδαλο στο Γκραν-Οτέλ" (1936), "Φτερό στον άνεμο" (Θίασος των Άσσων, 1943). Άλλες μουσικές κωμωδίες του: "Κόκκινος Μύλος", "Λοβιτούρα", "Παύσατε πυρ!" (1939, Θίασος Μακέδου), "Κυρία μου γίνετε γυναίκα", "Η μπόμπα", "Μάρε Νόστρουμ" και "Κόβε ρόδα..." (1940-41, Θίασος Πάολας-Άγγ. Μαυρόπουλου, με συνεργασία Δημ. Χρονόπουλου), «Η σιγανοπαπαδίτσα» (1936, με τη συνεργασία του Γ. Κυπαρίσση). Το 1943 έγραψε τη μουσική της πρώτης «κατοχικής» κιν/γραφικής ταινίας «Φωνή της καρδιάς».

Έγραψε μουσική και σε άλλες ταινίες («Η βίλλα με τα νούφαρα» 1945 του Δ. Ιωαννόπουλου, «Παπούτσι από τον τόπο σου» --με Μ. Σουγιούλ και Μ. Θεοφανίδη (εδώ με το τραγούδι του Χαιρόπουλου «Τρελλοκόριτσο» πρωτοεμφανίστηκε ο Τ. Μαρούδας), "Κατρακύλισμα" (σενάριο-μουσική. Βασίζεται στο μυθιστόρημά του «Το κορίτσι του λιμανιού»), "Το χαμίνι" (σενάριο-μουσική), «Ειδύλλιο στην Αιδηψό», κ.λπ. "Η μεγάλη παρένθεση" (μουσική), κ.λπ.

 Συνέθεσε πάμπολλα δημοφιλή τραγούδια, όπως τη χιλιοτραγουδισμένη "Ψαροπούλα" (1942, σε στίχους Χρ. Γιαννακόπουλου]]), τη θρυλική "Πάολα" (για την Πάολα), το πάνδημο «Νάνι-νάνι» («Αγκαλιά εγώ κι εσύ στ’ αμπαζούρ το θαλασσί») και, μεταξύ άλλων, τα: "Πες μου τί κέρδισες που πια δεν σ' αγαπώ" (1942), "Τί κι αν χαθείς" (1943), "Δεν πειράζει", «"Γειά σου, φεύγω σήμερα μακριά σου", "Σ’ ευχαριστώ", "Όνειρο φτωχό μου", «Της φαντασίας το καράβι" (1948), "Θα φύγω", "Ας ήταν νά ’ξερες", "Νινέτα...Νανίνα...Νινόν...", "Καλώς ήρθες στ’ όνειρά μου" (1946, σε στίχους Ι. Φερμάνογλου που τραγουδήθηκε και από τον Μπιγκ Κρόσμπυ!), "Από τί είναι η καρδιά σου", "Μη μ' αφήνεις μοναχό μου", «Μη σε νοιάζει αγάπη μου», "Kάθε μέρα σ’ αγαπώ και πιο πολύ", "Όπου κι αν πας, όσο κι αν λείψεις", "Θά ’θελα", «Δεν είσαι αυτή που αγάπησα», «Αν με θυμηθείς», «Γαλανομάτα», «Είν’ η ρετσίνα ξανθό θηλυκό», «Μ’ αυτά τα λόγια σου λιγώθηκα», «Μη γελάς όταν στενάζω», «Μια νύχτα μόνο ν’ αγαπάς», «Τα χρυσά μαλλιά σου», «Το τανγκό της θεατρίνας», "Απόψε μου λείπεις", "Τώρα που ζω στην ξενητιά", "Θα σε περιμένω", "Σαν την άνοιξη σε είδα", "Δειλία", "Αγαπημένη μου, χρόνια πολλά", "Τώρα που γύρισε", "Είν’ ωραίο ν΄αγαπάς" (1947), "Απόψε μύρισε βροχή", "Παλιά μου αγάπη ξανάρθες πάλι", "Kουρσάρος της αγάπης", «Μή μιλήσεις» και το "Έλα γι’ απόψε" (που, κατά τον Κ. Μυλωνά αποτελούσε το αγαπημένο του και που ερμηνεύτηκε στα γερμανικά από τη διάσημη Τσάρα Λεάντερ) και το "Μπορεί και να μη σ’ αγαπώ" (για το οποίο ο Αττίκ εκμυστηρεύτηκε κάποτε στη Δανάη "-Λυπάμαι που δεν έγραψα εγώ αυτό το τραγούδι"!...).

Ο Χαιρόπουλος (ήδη προ πολλού μουσικά αποσυρμένος) πήρε το 4ο βραβείο στο Φεστιβάλ Ελαφρού Τραγουδιού 1961, για το τραγούδι του "Τα κουρασμένα μου γεράματα". Έγραψε περίπου 1.000 τραγούδια(!), μεταξύ αυτών και τον Φοιτητικό Ύμνο της Παντείου (σε στίχους Μ. Στασινόπουλου).

Ταυτόχρονα (ήδη από το 1923) ήταν τακτικός συνεργάτης πολλών εφημερίδων («Καθημερινή», «Καιροί», «Αλλαγή», «Αθηναϊκή», «Έθνος», «Βραδυνή» «Εμπρός», «Ακρόπολις») και περιοδικών («Εβδομάς», «Μπουκέτο», «Θησαυρός», «Φαντάζιο», «Φαντασία», «Ρομάντσο», κ.λπ.).

Έγραψε επίσης «χαλκέντερος» περί τα 100 μυθιστορήματα και ιστορικά αναγνώσματα («Μικρή Μαμά», «Ένα κορίτσι μέσ’ στη βροχή», «Δούκισσα της Πλακεντίας», «Μαντώ Μαυρογένους», κ.λπ.). Τα τελευταία του χρόνια τα πέρασε στη Βάρκιζα, μακριά από μια Αθήνα που εκδικιόταν συστηματικά το παρελθον της...ενώ σχεδόν ώς το τέλος εμφανιζόταν σε διάφορες πολιτισμικές Εκδηλώσεις, συνοδεύοντας τα τραγούδια του στο πιάνο. Κυκλοφορούν αρκετοί «αναβιωμένοι» δίσκοι με τραγούδια του.

Χρήστος Χαιρόπουλος

Χρήστου Χαιρόπουλου:  "Γειά σου"  Εξώφυλλο




To : " Γειά σου "  τραγουδισμένο από την Zarah Leander (Τσάρα Λεάντερ ) πληροφορία που μου έδωσε ο καλός μου φίλος Πάνος Χατζηκουτσέλης και τον ευχαριστώ πολύ όπως και για πλείστες άλλες πολύτιμες παρεμβάσεις του, σε αναζητήσεις μου για τη Μουσική, τον Κινηματογράφο και το Θέατρο.



Γιάννης Βέλλας ► (1909 - 1999)

          Φημισμένος πρακτικός συνθέτης ελαφράς μουσικής (τέως επαγγελματίας ξυλουργός και είχε περίπτερο στην Ομόνοια). Έκανε τα πρώτα μουσικά του βήματα στο τέλος της δεκαετίας του 1930, σχηματίζοντας (με τους Πολυμέρη, Καββαδία, Δέδε και Χάλαρη) συγκρότημα με χαβάγιες (που αντικαταστούσαν στη "Μάντρα" του Αττίκ το Συγκρότημα του Κ. Μπέζου).

Το 1ο του τραγούδι "Κάποτε κλάψαμε κι οι δυο" (στίχοι Κ. Κοφινιώτη) έγινε αμέσως μεγάλη επιτυχία. Ακολούθησε ένας πακτωλός τραγουδιών (πάνω από 250), ενώ ο συνθέτης τους άρχισε να σπουδάζει μουσική με τον Μ. Βούρτση, αλλά ποτέ η θεωρητική του κατάρτιση δεν τον έκανε ικανό να εναρμονίζει και να ενορχηστρώνει ο ίδιος τα τραγούδια του! (τον βοηθούσε ο Γ. Βιτάλης).

Παράλληλα πήρε μαθήματα ακορντεόν από τον αδελφό τού Μ. Σουγιούλ και στη συνέχεια, πέρασε όλη σχεδόν τη ζωή του ως επαγγελματίας μουσικός νυχτερινών Κέντρων (στην Ελλλαδα και το εξωτερικό). Τα γνωστότερα τραγούδια του είναι τα εξής:

    "Γύρισε, σε περιμένω, γύρισε"
    "Ένα μπουκέτο μενεξέδες"
    "Γιατί να ζούμε χωρισμένοι, πες μου, γιατί"
    "Μη με θυμάσαι" (1940)
    "Δεν ζούνε τα πουλιά χωρίς τραγούδια"
    "Ποιος σε πήρε και μού ‘φυγες"
    "Ήρθες αργά"
    "Πόσο γρήγορα με ξέχασες" (1946)
    "Πεθαίνω από αγάπη για σένα" (1947)
    "Ονειρεύτηκα πως γύρισες" (1948)
    "Πότε Μαριώ, θα πάμε πίσω στο χωριό" (1948)
    "Καλύτερα ο θάνατος παρά ο χωρισμός"
    "Σήμερα" (1948)
    "Στην υγειά της"
    "Μη ζητάς αγάπες καινούργιες να βρεις"
    "Φεγγαράκι χλωμό της Αθήνας" (1949)
     "Έσβησε ένας μεγάλος έρωτας"
    "Σου έχω τόση αδυναμία"

Γιάννης Βέλλας

Bolero του 1956 σε στίχους Γιαλαμά - Θίσβιου - Πρετεντέρη, από την υπερεπιθεώρησι του θεάτρου Ακροπόλ "Αστέρια της Αθήνας"




Νίκυ Γιάκοβλεφ ► (Ρωσία 1910 - 1981)

          Εκλεκτός συνθέτης και πιανίστας της ελαφράς μουσικής, που ήρθε στην Αθήνα από τη Ρωσία και άκμασε στη δεκαπενταετία 1950-1965 (παράλληλα διηύθυνε το ζαχαροπλαστείο "Πέτρογκραντ").

"Με ύφος που --από την πρώτη ακρόαση δεν γίνεται αντιληπτό--", γράφει πολύ εύστοχα ο Κ. Μυλωνάς, "θυμίζει τον απόηχο ρώσικης μουσικής. Με εύρωστους ρυθμούς, με ευρηματικές μελωδίες, τα τραγούδια του Γιάκοβλεφ έχουν ένα δικό τους χρώμα και χαρακτήρα...". Αυτά τα τραγούδια (ορισμένα από τα οποία πράγματι περιέχουν αυτούσιες ή διασκευασμένες ρώσικες και σλάβικες μελωδίες) ερμηνεύτηκαν με μοναδικό τρόπο από τη συντρόφισσά του Μαίρη Λω, την οποία συνόδευε ο ίδιος στο πιάνο όταν εμφανίζοντας σε νυχτερινά Κέντρα (όπως το 1954 στη «Χαβάη», κ.λπ.).

Τον Σεπτέμβριο του 1960 ήταν ένα από τα πρώτα πρόσωπα που παρουσιάστηκαν (έπαιξε πιάνο) στην πρώτη τηλεοπτική εκπομπή που πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα, κατά τη διάρκεια της πειραματικής εκπομπής της ΔΕΗ, από το χώρο της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης, μαζί με τη Μαίρη Λω στο τραγούδι. Την παρουσίαση είχε κάνει η Λίτσα Φωκίδου.

Ο Γιάκοβλεφ κηδεύτηκε στο Α΄Νεκροταφείο στις 10 Οκτωβρίου 1981.

Αναφέρουμε τα πιο επιτυχημένα τραγούδια του: "Τα δυο σου χέρια αγαπώ", «Σ’ αγαπώ, σ’΄αγαπώ» (1948), «Έφυγες» (1948), "Ξαναβλέπω το μικρό το αμαξάκι" (1954, το πρώτο τραγούδι του στιχουργού Πυθαγόρα), "Θάλασσα, θάλασσα", "Καροτσιέρη τράβα" (ρουμάνικο, «1η Ραψωδία» του Ζωρζ Ενέσκου, κ.λπ.), "Να φιλήσω τη μανούλα πού 'ναι πίσω απ' τα βουνά", "Λένε-λένε-λένε", "Βασιλικός", "Θάλασσα όμορφη του νου πλανεύτρα", "Τί τριάντα, τί σαράντα, τί πενήντα", "Κοριτσάκι μου", «Θα `ρθούν τα χελιδόνια», "Νύχτα" (βραβευμένο σε διεθνές Φεστιβάλ), "Καλή αντάμωση ματάκια γαλανά" ( 3ο βραβείο στο Φεστιβάλ Τραγουδιού της Θεσσαλονίκης), "Το βαλς αρχίζει", "Ένας λύκος καπετάνιος απ' τη Σύρα", "Αν σε χάσω", "Tσικίτα μία", "Τσαντηράκι μου", "Τα φώτα που σβήνουν", "Kαλαμαζού", «Μόνο μια νύχτα», «Δεν ήσουν τυχερός», «Σιγά, σιγά», «Εσείς που περνάτε», κ.λπ.

Νίκυ Γιάκοβλεφ

Μαίρη Λω

Το όνομα Μαίρη Λω ήταν το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο της σπουδαίας ελληνίδας τραγουδίστριας του ελαφρού τραγουδιού Μαρίας Μαντωνανάκη.

Η Μαίρη Λω γεννήθηκε στο Παλαιό Φάληρο το 1928. Διακρίθηκε ιδιαίτερα με την ιδιότυπη φωνή της στην εκτέλεση ελαφρών τραγουδιών των Αττίκ, Ανδρέα Χατζηαποστόλου, Γιώργου Μαλλίδη και άλλων. Κατέστη πολύ δημοφιλής από τους δίσκους της με πλούσιο ρεπερτόριο, καθώς και τις ραδιοφωνικές εκπομπές. Είχε τιμηθεί και στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, λαμβάνοντας το Γ' Βραβείο το 1960. Εκείνο όμως που φαίνεται ότι την καθιέρωσε στο μουσικό αυτό χώρο ευρύτερα ήταν το τραγούδι «Ξαναβλέπω το μικρό το αμαξάκι» του Γιάκοβλεφ το 1954, που για την εποχή του είχε πολύ μεγάλη επιτυχία.
Η Μαίρη Λω παντρεύτηκε τον μουσικοσυνθέτη Νίκυ Γιάκοβλεφ το 1951, με τον οποίο απέκτησε δυο παιδιά, την Λένα (1953) και τον Νίκυ (1971).




Από την εκπομπή "Οι παλιοί μας φίλοι" του Γιώργου Παπαστεφάνου (1983).




Πηγές: musicportal.gr
Αρχείο Θεατρικού Μουσείου
Musipedia

1 σχόλιο: