Το ελαφρό τραγούδι (μέρος 5ο)

Τάκης Μωράκης  (Αθήνα 1916 - 1991)

Σπούδασε από 12 ετών στο Ελληνικό Ωδείο (βιολί, με τον Τ. Σούλτσε και θεωρητικά, με τον Μ. Βάρβογλη). 
Κατόπιν, συμπλήρωσε για λίγο τις σπουδές του στο Ωδείο του Παρισιού.
Αρχισε επίσης να σπουδάζει οδοντιατρική, την οποία εγκατέλειψε για χάρη της μουσικής.
Εργάστηκε ως βιολιστής στα χοροδιδασκαλεία της Εποχής και μετείχε στην ορχ. της «΄Οασης» του Ζαππείου. 

Ως τραγουδοποιός, εμφανίστηκε επίσημα το 1946 (τα τραγούδια που έγραψε πριν από αυτή την ημερομηνία, δυστυχώς τα έχουν υπογράψει άλλοι...) και ήδη με τα πρώτα του «επώνυμα» τραγούδια ("Ήρθες σαν την άνοιξη" και "Για σένα ανθίζει η γη") προκάλεσε αίσθηση. 
Προηγουμένως (1938) ήταν ο διασκευαστής του «θρυλικού» δημοτικού τραγουδιού «Τσοπανάκος ήμουνα», που χρησιμοποιήθηκε ως σήμα της νεοσύστατης τότε Ελλ. Ραδιοφωνίας. 
Κατόπιν σχημάτισε δική του ορχήστρα από βιολιά (που κάποτε έφτασαν τα 15!) και έκτοτε έπαιζε σε κοσμικά Κέντρα (με πρώτο τα «Πεύκα», κ.λπ., αργότερα--1964--το «Πλακιώτικο Σαλόνι» ενώ στη συνέχεια «έγραψε ιστορία» στο «Μονσενιέρ»). 

Συνέθεσε κάθε είδους μουσική και τραγούδια, για κάθε καλλιτεχνική χρήση (για Θέατρο, Κινηματογράφο, Επιθεώρηση, Διαγωνισμούς Ελαφρού Τραγουδιού, Δισκογραφία).

Το περίφημο τραγούδι του σε στίχους Γιάννη Φερμάνογλου "Τι είν' αυτό που το λένε αγάπη" (ενταγμένο στην ταινία "Το παιδί και το Δελφίνι", 1956 --με τη Σοφία Λόρεν και τον Άλαν Λαντ-- και χρησιμοποιημένο ως «λάιτ-μοτίφ» της ταινίας από τον Ούγκο Φρεντχόφερ, ο οποίος υπέγραφε τη μουσική και παρ’ ολίγον --λόγω Μωράκη-- να πάρει ΄Οσκαρ μουσικής...) έγινε παγκόσμια επιτυχία.

Συνέθεσε για πρώτη φορά κινηματογραφική μουσική το 1955, για την ταινία «Γκόλφω». 
Ακολούθησαν: «Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας» (1955), «Η άγνωστος» (1956), «Η θεία από το Σικάγο» (1957), «Ο Μιμίκος και η Μαίρη» (1958), «Η κυρά μας η μαμμή» (1958), «Αστέρω» 1958, «Η μουσίτσα» (1959), «Ο Ηλίας του 16ου» (1959), «Ο Θύμιος τά ’κανε θάλασσα» (1959), «Αμαρυλλίς» (1959), «Ο θησαυρός του μακαρίτη» (1959), «Το αγοροκόριτσο» (1959), «Ψιτ...κορίτσια» (1959), «Η λίμνη των στεναγμών», «Αντίο ζωή» (1960), «Μωρό μου» (1960), «2.000 ναύτες και ένα κορίτσι» (1960), «Τα κίτρινα γάντια» (1960), «Διαβόλου κάλτσα» (1961), «Η απολύτρωσις» (1961), «Όλα και τη ζωή μου ακόμα» (1963), «Αθώα ή ένοχη» (1963), κ.λπ.

Το 1962 το τραγούδι του «Χαρές της ζωής» πήρε το Γ΄ βραβείο στο Φεστιβάλ Θεσ/νίκης.

 Το 1963, το τραγούδι του «Αγαπώ έναν τύπο», πήρε το «Βραβείο Ευρώπης» στο διεθνές Φεστιβάλ του Βενσάν, ενώ το τραγούδι του «Πού πάτε κύριε» πήρε το Δ΄ βραβείο στο Φεστιβάλ Θεσ/νίκης.

Το 1964 κέρδισε το Α΄ βραβείο τόσο στο Φεστιβάλ Πολωνίας (συμμετοχή 29 χωρών) με το τραγούδι του «Σ’ ευχαριστώ καρδιά μου που ξέρεις ν’ αγαπάς» όσο και στο 3ο Φεστιβάλ Θεσ/νίκης, με το τραγούδι του «Ποιος», ερμηνευμένο από την Κλειώ Δενάρδου και φυσικά, από τη Νάντια Κωνσταντοπούλου (τη διακεκριμένη τραγουδίστρια και τρίτη σύζυγό του, την «πρώτη διδάξασα» πολλών τραγουδιών του και ερμηνεύτρια όλων των προηγούμενων βραβευμένων συνθέσεών του).

Αλλά και στο Φεστιβάλ Θεσ/νίκης του 1968 πήρε το Β΄ βραβείο με το τραγούδι «Εκείνος» (τραγουδισμένο από την Κωνσταντοπούλου και την Κρύσταλ), κ.λπ.

Με την ορχ. του (και την Κωνσταντοπούλου) περιόδευσε την πρώην Σοβιετική ΄Ενωση (όπου και έδωσαν 80 συναυλίες). Οι τελευταίες εμφανίσεις του καλλιτεχνικού ζεύγους ήταν στο «Χίλτον» (1987) και στο «Ακροπόλ Παλάς» (1988-89, με τον Γ. Μουζάκη).

Ανθολογούμε τα δημοφιλέστερα τραγούδια του :
«Είσαι για μένα το παν στη ζωή» (1947),
      «Για σένα, για σένα» (1947),
    «Για την αγάπη σου» (1948),
    «Θα σε λατρεύω» (1950),
    «Χαρά μου» (1952),
    «Tελευταία μου αγάπη» (1953),
    «Τ' αγόρι μου» («Ρίκο-ρίκο-ρίκοκο»),
    «Αλίκη τσα-τσα» (τα 2 τελευταία για την ταινία της Α. Βουγιουκλάκη «Η Μουσίτσα», 1958),
    «Δεν είμαι τίποτα» (1960). 

Στα πολύ επιτυχημένα τραγούδια του ανήκουν και τα: 
«΄Ολα σπάσ’ τα»,
    «Ποτέ μην κλαις»,
    «Μόνο κοντά σου»,
    «Τίποτα δεν μας χωρίζει»,
    «Καλή τύχη, στο καλό»,
    «Η ζωή μου γελά κοντά σε σένα»,
    «Χθες ακόμα»,
    «Θεέ μου»,
    «Ευχή» (από την «Γκόλφω»),
    «Ήταν κάτι ασήμαντο»


Τάκης Μωράκης

Σπάνια ηχογράφηση, η δεύτερη που η Αλίκη τραγουδά στον κινηματογράφο (η πρώτη φορά ήταν δυό χρόνια πριν στον "Αγαπητικό της βοσκοπούλας"),

Εδώ στην κινηματογραφική ταινία:  "Μαρία Πενταγιώτισσα" του Κώστα Ανδρίτσου
1957
''Μέσα μου η αγάπη θέριεψε βουνό'' 


Το 1962, το τραγούδι του «Αθήνα, άνθρωποι και θεοί» τραγουδισμένο από τη Μάριον Σίβα (στίχοι Γ. Οικονομίδη) πήρε το Α΄ βραβείο στον Διαγωνισμό Τραγουδιού του Δήμου Αθηναίων (με θέμα την Αθήνα).


1960  Τακη Μωρακη-Ρεττης Ζαλοκωστα
Δ' Βραβειο Φεστιβαλ Θεσσαλονικης,η αυθεντικη ενορχηστρωση και ερμηνεια εκεινης της βραδυας.


Στίχοι - Γ. Οικονομίδης & Κ. Πρετεντέρης
Μουσική - Τ. Μωράκης


Tango του 1950 σε μουσική Τάκη Μωράκη και στίχους Κώστα Κοφινιώτη.



Φώτης Πολυμέρης ► (Πάτρα, 20 Φεβρουαρίου 1920 - Αθήνα, 28 Μαΐου 2013 )

Γεννήθηκε στην Πάτρα στις 20 Φεβρουαρίου του 1920. Το πραγματικό του όνομα είναι Φώτιος Παλημέρης. Το 1935 έβγαλε τον πρώτο του δίσκο αφού πρώτα νίκησε σε διαγωνισμούς τραγουδιού της εποχής. Έκανε μεγάλη καριέρα ηχογραφώντας πάνω από 200 τραγούδια και θεωρείται από τους μεγαλύτερους τραγουδιστές του ελαφρού τραγουδιού, ενώ έγραψε τους στίχους και τη μουσική σε πάνω από 100 τραγούδια.

Συνεργάστηκε με όλους τους μεγάλους δημιουργούς και τραγουδιστές της εποχής του καθώς και με ρεμπέτες όπως τους Τσιτσάνη, Μητσάκη, Παπαιωάννου, Βαμβακάρη και άλλους. 

Τραγούδια του ακούστηκαν σε ταινίες του ελληνικού σινεμά , όπως Ένας χαρούμενος αλήτης (ταινία Έλα στο θείο 1950), Άστα τα μαλλάκια σου (ταινία Εκείνες που δεν πρέπει ν' αγαπούν 1951), Θα γυρίσει κι ο τροχός (ταινία Εκείνες που δεν πρέπει ν' αγαπούν 1951).

Το 2004 έγραψε και την αυτοβιογραφία του.

·Ακρόπολη Πλάκα
·Ας ήξερα τι κρύβεις στην καρδιά σου
·Αντιός Μαρικίτα Λίντα
·Το Βαλς της μοναξιάς
·Βρέ ντουνιά (Τ’ αλητάκια)
·Για μας κελαηδούν τα πουλιά
·Άστα τα μαλλάκια σου
·Ένα σπιτάκι σ' ένα χωριουδάκι
·Ένας κορίτσαρος
·Εσένα, μόνο εσένα αγαπώ
·Εχτές το δειλινό που τα 'πια
·Η γυναίκα είναι ζημιά
·Η κιθάρα του πατέρα
·Θα γυρίσει κι ο τροχός
·Καρδιά μου φτάνει
·Λίγες καρδιές αγαπούνε
·Μη φύγης, που θα πας
·Μια μικρή μ’ ένα μικρούλη
·Να 'χα τα νιάτα σου
·Πάμε σαν άλλοτε
·Πλούτη μη ζητάς
·Ρίξε τον έρωτα στα κεραμίδια
·Το σκαλοπάτι σου
·Στους δρόμους γυρνώ
·Την ημέρα που θα 'ρθης σε μένα
·Το τελευταίο ταγκό
·Το τραγούδι σου κιθάρα
·Το Τραγούδι του αλήτη
·Κιμινο, κιμινο, κιμινο
·Αραπίνες



Φώτης Πολυμέρης





Γιώργος Μουζάκης ► (Αθήνα 15 Αυγούστου 1922 – 27 Αυγούστου 2005)

Έκανε την πρώτη του εμφάνιση ως τρομπετίστας το 1938 και ο πρώτος του δίσκος κυκλοφόρησε το 1946.

Σπούδασε στο Ωδείο Αθηνών (1939-1947) και συνέχισε εκπαίδευση στην Αυστρία και Γερμανία (1952-1954). Έγραφε μουσική κυρίως για το θέατρο και για χορό. Διατηρούσε δική του ορχήστρα από το 1940. Ο ίδιος έπαιζε τρομπέττα, πιάνο, φλίκορν και τρομπόν.

Τη δική του σφραγίδα φέρουν περίπου 2.500 μουσικές μελωδίες, επενδύσεις και τραγούδια (ελαφρά και κλασσικά), μουσική για πάνω από 200 θεατρικά έργα (ελαφρά), 20 μουσικές κωμωδίες και περίπου 60 κινηματογραφικές ταινίες, καθώς και μια συμφωνία (πρώτη), μια σουίτα (αρχαϊκή) και τη λαϊκή όπερα «Ο Μηνάς ο ρέμπελος». 
Επίσης έγραψε μουσική για βαριετέ (1940-1948). 
Από τα πιο γνωστά του τραγούδια είναι «Η Σκλάβα», «Αδυναμία μου»,«Ένας φίλος ήρθε από τα παλιά», «Σου σφυρίζω», αλλά και «Αν γύριζες στο μικρό μας σπιτάκι» (1947), "Το τελευταίο μου τραγούδι" (1947), «Πότε θά ’ρθεις» (1947), "Όπου κι αν πας θα θυμάσαι" (1948), «Πες μου πότε θα σε δω» (1948)

Υπήρξε μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Μουσουργών και του Πανελλήνιου Μουσικού Συλλόγου. Είχε δώσει πολλές συναυλίες ακόμη και εκτός Ελλάδος, όπως στην Αμερική, Αυστραλία, Βουλγαρία, Καναδά, Πολωνία, Ρουμανία και αλλού.

Επονομάστηκε «βασιλιάς της επιθεώρησης». Ήταν ο δημιουργός των τηλεοπτικών εκπομπών «Από τον παππού στον εγγονό» και «Μελωδίες και ρυθμοί». Ειδικότερα, το τραγούδι του Mambo Brazilero από την ταινία Ωραία των Αθηνών, 1954, είναι πάντα επίκαιρο και ενθουσιάζει γέρους, νέους και παιδιά.

Είχε τιμηθεί με το Α' Βραβείο ενορχήστρωσης ΣΟΠΟΤ (Πολωνία 1966), Α' Βραβείο τραγουδιού Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης (1967). Επίσης, για τρεις συνεχόμενες χρονιές, με το Ξενοπούλειο Έπαθλο (1952, 1953 και 1954) και το 1973 με το Βραβείο Ελλήνων Λογοτεχνών. Τέλος, το 2003 τιμήθηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για την 68χρονη προσφορά του.

Ήταν κάτοικος Αθηνών (Παπάγου) και μιλούσε Ιταλικά και Αγγλικά.

Γιώργος Μουζάκης

Beguine του 1955 σε μουσική Γιώργου Μουζάκη και στίχους Ασημακόπουλου Σπυρόπουλου Παπαδούκα, από την επιθεώρησι "Γυναίκες και Λουλούδια" του θεάτρου Ακροπόλ



Στίχοι:   Γιώργος Οικονομίδης
Μουσική:   Γιώργος Μουζάκης



Στίχοι:   Γιάννης Φερμάνογλου
Μουσική:   Γιώργος Μουζάκης



.Γιαννακοπουλου-Γ.Μουζακη, ορχήστρα Γ.Μουζακη.
Κ.Προκοπιου & χορωδία ακούστηκε στην ταινία "Η Αθήνα την νύχτα".




            Θεόδωρος Παπαδόπουλος (Κωνσταντινούπολη ; - Αθήνα 1964)

Παλιός διακεκριμένος Κων/πολίτης τραγουδοποιός, βιολιστής της ελαφράς μουσικής, μαέστρος και οργανωτής ορχηστρών σε Kέντρα διασκέδασης. Είχε μάθει βιολί στην Πόλη από έναν τυφλό ζητιάνο. Θήτευσε (εξασκώντας διάφορα επαγγέλματα «του ποδαριού») και στη Γαλλία. Μετά την Καταστροφή του 1922, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Τότε άνοιξε την ονομαστή υπόγεια ταβέρνα «Στρέλνα» και σχημάτισε μια από τις πρώτες εκτός θεάτρου ορχήστρες, με τον Νίκο Πλατσαίο (πιάνο) και τον Μ. Σουγιούλ (ακκορντεόν). 

Η δραστηριότητά του ως τραγουδοποιού διήρκεσε επί 30ετία (1920-1950) κατά την οποία έγραψε αμέτρητα δημοφιλέστατα τραγούδια (για επιθεωρήσεις ή όχι), σε πολλά από τα οποία διακρίθηκε η "μούσα" του: η πανέμορφη Ροδίτισσα τραγουδίστρια και ηθοποιός Κίτσα Κορίνα, που ήταν και η ίδια τραγουδοποιός
("Δεν σε θέλω πια", κ.λπ. Ακούγεται στον LP δίσκο «αναβιωμένου» ρεπερτορίου: «Περασμένα και όχι ξεχασμένα»-1984).

Άλλη μεταγενέστερη τραγουδίστρια που είπε πολλά τραγούδια του ήταν η Μάγια Μελάγια. Στις επιθεωρήσεις που έγραψε μουσική και «Το κάτι άλλο» (1935), «Αχ, συ, Κάου-μπόυ» (1937), κ.λπ. 

Αναφέρουμε τα γνωστότερα τραγούδια του: Σκληρή καρδιά" (η Α΄ έκδοση του 1934 που διαθέτουμε στο Αρχείο μας, γράφει ότι οι στίχοι και η μουσική αυτού του χιλιοτραγουδισμένου κομματιού ανήκουν στην Κίτσα Κορίνα...), "Eίμαι μια τσαχπίνα" (1928), "Το κρασί το ρετσινάτο" (1932), "Κι-κι-κι-κι-κι-Κίτσα μου" (1933), "Σαν μεθώ" (1934), "Τί έχεις κι όλο κλαις" (1935), "N' αγαπάς και να μην αγαπιέσαι, τί καημός" (1936), "Σκότωσέ με" (1936), "Βαγγελίτσα την ελίτσα σου" (1936), "Φανή" (1937), "Ζαχαροπλάστης ήταν ο μπαμπάς σου" (1937), "Το τελευταίο ταγκό μη μ' αρνιέσαι" (1938), «Χάιδω» (1938), "Γλυκά μου μάτια" (1941, από την επιθεώρηση των Μ. Λαουτάρη-Σπ. Χαρίτου «Μπελλα Γκρέτσια»), "Νανά" (1941, «φοξ»), "Χθες το βράδυ σε είδα στ' όνειρό μου" (1945), "Τζεμιλέ" (1945), «Μας χωρίζουνε» (1947), "Άι μανούλα μ', άι" (1951), "Παίξε πλακιώτικη κιθάρα" (1951), «Η γυναίκα είναι ζημιά» (1951), "Ρήνα, αχ Ρήνα Κατερίνα", "Βαγγελίτσα την ελίτσα σου", "Το χαστούκι", "Κρυστάλλω", "Ήταν ολόγλυκο το στόμα της", "Φέρτε κρασί", "Κοντύλω", "Τάκου-τάκου ο αργαλειός μου" (πρωτοτραγουδήθηκε από την Ειρήνη Παπά), "Το κορμί της μυγδαλιάς", "Για να βρεις κυρά μου γούστα" (λαϊκο-δημοτικό που φέρεται και ως τραγούδι του Μ. Χιώτη), "Θα σ' εκδικηθώ", "Πάλι μου ζητάς, καρδιά μου", "Γλυκειά Νινόν", «Απογοήτευσις», "Πες μου", "Δεν θα ξαναγαπήσω", «Πώς με μεθάς», «Μες στου βαλς τις στροφές», «Πάντα σ’ αγαπώ", «Χαμένη αγάπη», "Μπορεί τα λουλούδια", "Σε ξέχασα στ' αλήθεια", "Μην κλαις για κάτι παλιό", "Δος μου", «Θέλω να σε ξεχάσω», «Λόγια γλυκά», «Μη γελάς», «Ήταν όνειρο η αγάπη μας» (με Μ. Σουγιούλ), κ.λπ. Αργότερα συνεργάστηκε με τον Μ. Σουγιούλ και έγραψαν μερικά επίσης γνωστά τραγούδια, όπως: "Μπέμπα", "Ποια νά 'σαι συ", κ.λπ. Το 1951 έγραψε (με τον Κ. Καπνίση) τη μουσική της ταινίας «Μια νύχτα στον Παράδεισο».


Tango του 1938 σε μουσική Θόδωρου Παπαδόπουλου και στίχους Κώστα Κιούση, από την επιθεώρησι "Μιντινέττα" του θεάτρου Μοντιάλ







Foxtrot του 1936 σε μουσική Θόδωρου Παπαδόπουλου και στίχους Κώστα Κιούση και Σώτου Πετρά




Βώττη Λόλα

Λαμπρή συνθέτις της ελαφρός μουσικής. Έχει στο ενεργητικό της πολλές μεγάλες επιτυχίες κυρίως από επιθεωρήσεις των οποίων έγραφε τα τραγούδια: "Ρεζεντά", "Της κολομπίνας το φιλί" (και τα 2 από τα «Παναθήναια 1931»), "Τους μπεκρήδες κι αν δικάσουνε" (ή "Με λεν' μπεκρή", από τον «Παπαγάλο» του 1932). "Έγινα μπεκρής". Επίσης, "Της κιθάρας το κλάμα", "Μαριτάνα", "Τσιγγάνα μαυρομάτα" (μ' αυτό το τραγούδι "ντεμπουτάρησε" στην Αθήνα η Σοφία Βέμπο το 1933), "Πάολα-Πωλίνα", "Η Μιντινέτα", "Γλυκειά Ρετζίνα", κ.λπ.

Ήταν γυναίκα του Αντώνη Βώττη. Yπάρχουν στη δισκογραφία και τραγούδια που έγραψε το ζεύγος Βώττη από κοινού, όπως: "Τερεζίνα", "Βαρέθηκα", κ.λπ.

Tango habanera του 1935 σε μουσική Λόλας Βώττη και στίχους Αντώνη Βώττη, από την αποκριάτικη επιθεώρησι της Λόλας Βώττη "Χαρτοπόλεμος 1935"



Tango του 1933 σε μουσική Άγγελου Μαρτίνου και στίχους Ν. Λώρη, από τις επιθεωρήσεις "Παπαγάλος 1933" και "Η Αθήνα γελά"




Κορίνθιος Ζοζέφ

Γνωστός τραγουδοποιός και μαέστρος ελαφράς μουσικής της προπολεμικής και της πρώτης μεταπολεμικής Εποχής. Διατηρούσε περίφημο Συγκρότημα με χαβανέζικες χαβάγιες, που ψυχαγώγησε τους Έλληνες επί συναπτή 20ετία (1930-1950). Στην ορχήστρα του «ντεμπουτάρησε» το 1938 ο Λέανδρος Κοκκόρης.

Έγραψε τραγούδια, πολλά από τα οποία έγιναν μεγάλες επιτυχίες, όπως: "Πλούτη μη ζητάς" (1933), «Οι γυναίκες είναι όλες ίδιες» (1933), «Ποιος τό ’πε πως δε σ’ αγαπώ» (1937), "Μητέρα" (1948), "Σήμερα το βράδυ έλα κατά τις 9", «Τά ’θελες και τά ’παθες» (1949), "Ομορφούλα" (1950), "Εχτές το δειλινό που τά ’πια" (1950), «Αμερικάνα» (1951) "Αν μια μέρα απατηθείς", "Τί μού ’χεις κάνει", "Τίποτε άσχημο δεν έχεις", "Ποτέ ποτέ", "Να μη με ξεχάσεις" (1954), "Μου τό ’πε ένα πουλάκι", "Τα μάτια σου γιορτάζουν", "Δεν σε πιστεύω", "Μη φοβάσαι, μη φοβάσαι, στο πλευρό μου πάντα θά ’σαι", «Καρδιά μου ξέχασε», «Με βαλς θα στο πω», "Είσαι κομμάτι", "Απόψε τα μεσάνυχτα", "Τραγουδάει για να μην κλαίει", "Αξέχαστες στιγμές", "Σμίξαμε κι οι δυο", "Δεν ποθώ την ηδονή", "Θα ξεχαστείς", «Πάντα», "Στο σινεμά", «Η αγάπη δεν ξέρει καιρό», «Καρδιά μου μην ξαναγαπήσεις», «Ζητώ καρδιά», «Κοντά σου να γεράσω», κ.λπ.

Ο Κωνσταντίνος Μυλωνάς προσθέτει, ότι το πασίγνωστο τραγούδι "Το κοκοράκι" ("Όταν θα πάω κυρά μου στο παζάρι...") γράφτηκε από τον Κορίνθιο (που ήταν επίσης μέλος στην ορχήστρα της 1ης "Μάντρας" του Αττίκ) κι ακόμα, ότι ο Κορίνθιος ακολούθησε τον Αττίκ στις περιοδείες του στο εσωτερικό και το εξωτερικό (επ’ αυτού προσθέτουμε ότι το 1932 κατά την Περίοδο της Έκθεσης Θεσ/νίκης, Αττίκ και Κορίνθιος έπαιζαν επί ένα μήνα με μεγάλη επιτυχία στο θέατρο "Λευκού Πύργου". To ίδιο έγινε και στην Έκθεση του 1933). Στην ορχήστρα του με τις χαβάγιες μετείχε (περί τα μέσα της δεκαετίας του 1930 και κατόπιν) και ο Κων/ος-Παλαιολόγος Κοσιάδης.

Κυκλοφορούν ορισμένοι «αναβιωμένοι» LP δίσκοι με αποσπάσματα του ρεπερτορίου του: «Αναμνήσεις με χαβάγιες» (1970), «Χορέψτε με τις χαβάγιες» (1971), «Αξέχαστες μελωδίες με χαβάγιες» (1972), «Χαβάγιες με τον Ζοζέφ Κορίνθιο, Νο 2» (1973).

Το Αρχείο Ζοζέφ Κορινθίου το οποίο περιλαμβάνει κυρίως το υλικό που χρησιμοποιούσε ο Ζοζέφ ως μουσικός με την ορχήστρα του, δωρίστηκε στη Μεγάλη Μουσική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος από την κόρη του Βασιλεία Κορινθίου Ξηροδήμα.

Κορίνθιος Ζοζέφ



Με την ορχήστρα του Ζοζέφ Κορίνθιου, τρίτος από αριστερά ο Λέανδρος Κοκκόρης (1938)


Στίχοι:   Τάκης Λειβαδίτης
Μουσική:   Ζοζέφ Κορίνθιος



Tango του 1949 σε μουσική Ζοζέφ Κορίνθιου και στίχους Κώστα Κοφινιώτη



Μεσ’ της αγάπης το μεθύσι
είχα πιστέψει πως εσύ θα είχες σβύσει
πως των χαδιών της η πλανεύτρα μουσική
ξέγραψε κάθε μου λατρεία στοργική

Πόσο γελάστηκα μητέρα
έφυγ’ εκείνη μ’ένα φύσημα του αγέρα
κι έμεινες πλάϊ μου εσύ με πιό στοργή
του χωρισμού μου να γιατρέψης την πληγή
 Μητέρα
απ’ την καρδιά μου ποιός μπορεί για να σε βγάλη
μητέρα,
είσαι απ’ όλες τις αγάπες πιό μεγάλη
κι αν σε πληγώνω κι αν σε σκοτώνω εσύ γελάς
 Σε κάνω πτώμα και τότε ακόμα
σκύβεις μ’ αγάπη και με φιλάς
Μητέρα
Μόνη γυναίκα π’ ωμορφαίνει όλη τη πλάση


Μυρογιάννης Γιώργος (γεννήθηκε το 1919 και πέθανε το 1991)

Εκλεκτός συνθέτης της ελαφράς μουσικής, καταγόμενος από τη Μυτιλήνη. Οι μουσικές σπουδές του Μυρογιάννη υπήρξαν άριστες .Κατ’ αρχήν σαν δάσκαλο είχε τον πατέρα του Κλεάνθη Μυρογιάννη που εκείνη την εποχή ήταν καθηγητής βιολιού στη Μυτιλήνη .Στην συνέχεια πήρε μαθήματα στο Ελληνικό Ωδείο Αθηνών, είχε δασκάλα την περίφημη Ιταλίδα πιανίστρια κυρία Μπελίνι.

Όταν ήταν 19 χρονών βρέθηκε στη Μυτιλήνη και ο μουσικός θίασος είχε ανάγκη από έναν πιανίστα. Ο νεαρός τότε Γιώργος Μυρογιάννης δοκιμάζεται από τον επικεφαλής του θιάσου και αμέσως προσλαμβάνεται σαν μαέστρος .Όταν ο θίασος φεύγει από τη Μυτιλήνη ο Μυρογιάννης τον ακολουθεί. Αυτά συνέβησαν το 1938. Το 1939 ο Μυρογιάννης διευθύνει την ορχήστρα του ίδιου του θιάσου στο θέατρο «Περοκέ» της Αθήνας. Στην περίοδο της κατοχής 1940 προσλαμβάνεται σαν μαέστρος και συνθέτης στο βαριετέ του Ζάππειου Όασης. Ο Μυρογιάννης συνθέτει και τη μουσική πολλών επιθεωρήσεων και θαυμάζεται από κοινό και κριτικούς η ποιότητα της μουσικής του. Το 1970 ο Μυρογιάννης εγκαταλείπει οριστικά το θέατρο και το τραγούδι και δουλεύει σαν μαέστρος ή πιανίστας σε πολυτελέστερα ξενοδοχεία της Αθήνας.

Ο Γιώργος Μυρογιάννης ήταν εκλεκτός συνθέτης της ελαφράς μουσικής, έγραψε μουσική σε οπερέτες και κωμωδίες. Ο Γιώργος Μυρογιάννης υπήρξε ο συνθέτης που με τη μουσική του και τα τραγούδια του, έδινε έντονο καλλιτεχνικό «παρόν» επί μια τριακονταετία από το 1939 ως το 1970. Η ακμή του τοποθετείται στο τέλος του Μεσοπολέμου-αρχή των μεταπολεμικών χρόνων και περίπου την ίδια εποχή ονομάστηκε ο βασιλιάς της ρούμπας για τον εξαίρετο χειρισμό αυτού του κουβανέζικου χορευτικού ρυθμού. Το 1945 τη μουσική της ταινίας «Η ανθοπώλις των Αθηνών» και το 1954 τη μουσική της ταινίας « Τρεις δραπέτες του Φρενοκομείου». Το πασίγνωστο τραγούδι του « Να τι θα πει Ελλάδα» ξεπέρασε σε δημοτικότητα το επίσης δικό του «Μαρί ας μπορούσα μια νύχτα Μαρί» και ως τις μέρες μας έχει πουλήσει πάνω από 800.000 δίσκους. 

Άλλα γνωστά τραγούδια του είναι « Τι τα θες τι τα γυρεύεις» , «Αν μ’ αγαπάς, μη μ’ αφήνεις «, «Χάθηκα χάθηκα», « Όταν θα κλάψεις τότε θα με ζητήσεις», « Είσαι ένας άγγελος» κ.α. Το αν συνεργάστηκε με κάποιον άλλον συνθέτη ή τραγουδιστή δεν το ξέρουμε. Το μόνο που ξέρουμε είναι ότι έγραψε μουσική πάνω σε κείμενα του Ν. Κιούση και Σώτου Πετρά.

Μυρογιάννης Γιώργος

Rumba του 1947 σε μουσική Γιώργου Μυρογιάννη και στίχους Νίκου Φατσέα



Είσαι μικρούλα λουλούδι σωστό
σαν τριαντάφυλλο μπουμπούκι κλειστό
το σωματάκι σου αυτό το χυτό
μέσ τον κόσμο καμιά δεν τό χει

Έχεις ναζιάρικα ματάκια τρελά
κι άλλα χαρίσματα ακόμα πολλά
άσχημο τίποτα στ ορκίζομαι όχι
δεν έχεις μικρό μου όχι

Μαρί
αν μπορούσα μια νύχτα Μαρί
να ρθώ να βρεθώ στο πλευρό σου
Ποθώ
να μεθύσω, να σβήσω, ποθώ
απ το φιλί το θερμό σου

Ας ήταν μικρό μου κορίτσι ας ήταν μονάχα
μια λέξι γλυκεία τρυφερή
απ τα χείλη σου νά χα
Μαρί
αν μπορούσα μια νύχτα Μαρί
να ρθώ να βρεθώ στο πλευρό σου.


Σπύρος Ολλανδέζος

Ο συνθέτης του λαοφιλέστατου τραγουδιού "Το γελεκάκι που φορείς", που χαρακτηρίστηκε από τον διάσημο Ιταλό μουσικολόγο Εττόρε Ρομανιόλι ως αριστούργημα. Το τραγούδι αυτό φέρεται σε στίχους Ν. Θεοδωρίδη (ενίοτε και διαφόρων άλλων). Όμως κάποτε ο αείμνηστος κοσμοπολίτης Βασίλειος Κοτρότσος μας εξομολογήθηκε, ότι αυτός ήταν ο δράστης των στίχων --κάτι που άλλωστε προκύπτει (αυτονοήτως για όσους τον γνώρισαν) από τη θεματολογία και το στυλ τους-- και τους χάρισε στον Ολλανδέζο, με τον οποίο «σκάρωσαν» και άλλα παρόμοια τραγούδια, που όμως έμειναν ανέκδοτα (μας τραγούδισε μάλιστα ένα που άρχιζε με τους στίχους «Μελαχροινή είσαι τόσο, που μοιάζεις σαν αράπισσα, γι αυτό κι εγώ σα σ’ είδα τόσο πολύ σ’ αγάπησα»...). Κατά τον Ηλία Πετρόπουλο, ο Ολλανδέζος έγραψε επίσης έναν ύμνο στην ΕΟΝ. ΄Αλλα γνωστά τραγούδια του: "Ρίτα μου γλυκειά", "Ας φύγουμε στον πόλεμο", κ.λπ.

Σπύρος Ολλανδέζος

"Το γελεκάκι" Εξώφυλλο

Στίχοι:   Βασίλειος Κοτρότσος
Μουσική:   Σπύρος Ολλανδέζος, Σεγκιάχ



Το γελεκάκι που φορείς,
εγώ το’χω ραμμένο
με πίκρες και με βάσανα
τό’χω φοδραρισμένο
 Άντε το μαλώνω το μαλώνω
άντε κι’ύστερα το μετανοιώνω
άντε ρε το μαλώνω και το βρίζω
άντε ρε την καρδούλα του ραγίζω
 Φόρα το μικρό μου φόρα το μωρό μου
γιατί δεν θα το ξαναφορέσεις άλλο πιά
φόρα το μικρό μου, φόρα το μωρό μου
γιά μετάξι έχω τα σγουρά σου τα μαλλιά
 Σήκωσ’το γελεκάκι μου
να δείς την ακιμιά μου
γιά σένα μου την δώσανε
σ’ευχαριστώ, κυρά μου


Σώσος Ιωαννίδης

Ονομαστός τραγουδοποιός του Μεσοπολέμου, γεννημένος στη Σμύρνη.Έγραψε επίσης οπερέτες και επιθεωρήσεις. Τα περισσότερα τραγούδια του έχουν στίχους του Σύλβιου. Τα δημοφιλέστερα από αυτά: το θρυλικό "Στενά σοκάκια" (1935, σε στίχους Αιμίλιου Σαββίδη) και τα "Ζήτω η ρετσίνα", "Βαγγελίτσα", "Μαύρα μάτια δεν είναι άλλα στη ζωή μου", "Ο διοργανωτής των μπεκρήδων", "Καρμίνα", "Aγάπα με", "Μη με ερωτάς", "Ο πολυτεχνίτης", "Νοσταλγία" (Αγάπες, όνειρα), "Ο άστεγος", "Ο πυρετός της δούλας", "Ντιντή-Ντιντή", "Δίχως καρδιά", "Ραδιολατέρνα", "Μάνια", «Δεν σου πάει η τραγιάσκα», "Τα παράπονα του σωφέρ", "Έρωτας επταμηνίτικος", "Πού σε βρήκα και σε ψώνισα", "Πώς άλλον θα φιλήσεις", "Εύα", "Mάτια πλάνα", "Μον' εμένα", "Η Παριζιάννα", "Τα ελαττώματα των γυναικών", «Αγάπη μου παλιά», «Ζενεβιέβ», "Πες μου πως μ' αγαπάς", "Ο προληπτικός", "Μάγκισσα ματσαράγκισσα" ("Είμαι πρεζάκιας"), «Το πλάνο ταγκό», «Χαμένη Αγάπη», «Προσφυγοπούλα, κ.λπ.

Στιχουργός: Κοφινιώτης Κώστας

 


Tango του 1835 σε μουσική Σώσου Ιωαννίδη και στίχους Κώστα Κοφινιώτη



Άγγελος Μαρτίνο

Εξαιρετικά ταλαντούχος "τραγουδοποιός" του Μεσοπολέμου και συνθέτης του μουσικού θεάτρου. Κατάφερε, κόντρα στα ξενόφερτα μουσικά ρεύματα της αθηναϊκής επιθεώρησης, να επιβάλλει το αρκούντως "ελληνικό" ύφος του.

Μεταξύ άλλων, έγραψε και την περίφημη οπερέτα «Ο Μανδαρίνος» ή «Ο Μανταρίνος» (Θίασος Κυπαρίσση στο «Πανελλήνιο») που ήταν διασκευή του Ν. Παρασκευόπουλου στον "Αρχοντοχωριάτη" του Μολιέρου. Αυτή η οπερέτα παίχτηκε όλο τον χειμώνα του 1919, παρά τη θεατρική κρίση που είχε φέρει η επιδημία της θανατερής ισπανικής γρίπης... Με τον Γιώργο Βλάχο έγραψε επίσης τα περίφημα "Κόκκινα Γάντια" (με αστυνομική υπόθεση) που παρουσίασε η Μ. Κοτοπούλη στο ομώνυμο θέατρο της Ομονοίας.
      
Άλλες ονομαστές οπερέτες του: «Πάρε τη γυναίκα μου» και «Η Απάχισσα των Αθηνών» (ή «Τάσσα η απάχισσα» ή «Η Πλακιώτισσα», σε κείμενο Ι. Πρινέα), «Ερωτικό ματς», «Οι γλεντζέδες», κ.λπ. Συνεργάστηκε επανειλημμένα και με τον Αντώνη Βώττη στην ετήσια επιθεώρηση «[[Παπαγάλος|Παπαγάλος]]», όπως και με τον στιχουργό Κώστα Μάνεση. Στις επιθεωρήσεις του: «Φρενοκομείον» (1920), «Μαντάμ Μαρή αλλέ βουζ-αν» (1921), «Τρωικός Πόλεμος» (1934, με Καρακάση, Λώρη και Ρηγόπουλο), «Βγαλμένη απ’ το Καφέ-Σαντάν» (ή «Η πεταλούδα του Καφέ-Σαντάν», 1935, σε κείμενα Ζ. Θάνου), «Η Αθήνα γελά» (1935), «Η Πέρδικα» (1937), κ.λπ. Έμεινε παροιμιώδης η ενορχηστρωτική του δεινότητα.

Ο Κ. Μυλωνάς τον θεωρεί ως τον "μοναδικό συνθέτη της επιθεώρησης, που δεν παρασύρθηκε από το μουσικό παπαγαλισμό των ξένων ρυθμών και μελωδιών, παραμένοντας Έλληνας σε όλα σχεδόν τα τραγούδια του". Τα διασημότερα από αυτά: "Μάτια Καστανά" (1934), "Η ρετσίνα", «Μην αγαπάς λησμόνησε», "Κλο-Κλο", "Μπανάνες", «Εσύ με ξέρεις» "Παλιά μου Αθήνα", "Οι πειναλέοι", «Μ’ ένα ταγκό», "Οι περιπλανώμενοι", "Το ρωμαίικο φιλότιμο", "Μανάβης και καμαριέρα", "Οδηγός Συμπεριφοράς", «Τσιγγάνα μαυρομάτα» "Το Κτηματολόγιο", "Αχ πώς λιγώνεσαι", «Η ψαροπούλα», "Οι γυναίκες είναι όλες ίδιες", "Θα σου το πω το μυστικό μου" (1937), "Ο φαναρτζής", "Της Σύρας τον ανήφορο", "Εσένα θέλουμε Μαρίκα", "Τα ασίκικα παιδιά", "Αυτή δακρύζει κι αυτός γελά", "Πλακιώτισσα τα χείλη σου", "Γιατί να φύγεις", «Τσιγγανέλλα», "Μια νύχτα στη Χαβάη", "Με ένα ψέμμα μόνο", "Περί προόδου", κ.λπ.

Στους μαθητές του, ο Γεώργιος Ξένος, κ.ά.
1937
Στιχουργός: Γιαννουκάκης Δημήτρης
Συνθέτης: Μαρτίνος Άγγελος


Tango του 1933 σε μουσική Άγγελου Μαρτίνου και στίχους Ν. Λώρη, από τις επιθεωρήσεις "Παπαγάλος 1933" και "Η Αθήνα γελά"



Tango του 1933 σε μουσική Άγγελου Μαρτίνου και στίχους Σπυρόπουλου Παπαδούκα



Πηγές: musicportal.gr
Αρχείο Θεατρικού Μουσείου
Musipedia

Τ έ λ ο ς


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου